Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠ' Τ'
ΑΥΛΑΚΙ ΤΟΥ ΕΠΑΝΩ ΚΑΜΠΟΥ ΣΤΡΑΝΩΜΑΣ
![]() |
| Γράφει ο Κων/νος Λαμπρου Λιώνας |
Μέρες
τον έκαιγε ο πυρετός, με κρύες κομπρέσες και κάνα κατάπικρο κιτρινωπό κινίνο
προσπαθούσαν να τον γιατρέψουν, μα όσο περνούσαν οι μέρες όλο και χειροτέρευε η
κατάστασή του, έβραζαν από βραδύς φλούδες ιτιάς στο (μούσκιο) νερό, και τον
πότιζαν πρωί, μεσημέρι, βράδυ, από ένα τσουκάλι, σε πέντε μερόνυχτα άνοιξε τα
μάτια του, γύρεψε μια κουταλιά καφεζάχαρι και με σιγανή τρεμάμενη φωνή, είπε,
τάφαγα τα ψωμιά μου, μα αν δεν δω νερό στ' αυλάκι, να τρέχει (τσουράϊ) δεν τα
κλείνω γι' αυτό βάλτε τα δυνατά σας να πιάσετε δέση στο ποταμάκι, ά να
μην τ' αστοχήσω να δείτε καλά, άλλη μια φορά (βολά) τα συμφωνηθέντα με τούτους
δω τους Στρανωμίτες, τους κρίνω παμπόνηρους, και όχι μπεσαλήδες- αυτά είπε κι'
έπεσε σε κώμα, τον μετέφεραν στο ξυλοκρέβατό του μέσα στην αχυροκαλύβα που
είχαν στήσει στο ξέφωτο του Αϊ Γεωργιού, κάτω από δύο βαθυίσκιωτες μελικοκιές.
Γύρω στα 1870-80 Ηπειρώτικα (μπουλούκια)
των 10-20 ατόμων, πέρναγαν τα σύνορα κι έφταναν στην Ελλάδα, στο Λεύτερο όπως
τόλεγαν, μια και τα δικά τους μέρη ήταν ακόμη σκλαβωμένα & καταπιάνονταν μ'
ένα σωρό δουλειές, γανώματα, βαρέλια, σαμάρια, βαρελούλες, σκαφίδια, κάδες, πατητήρια,
χτισίματα, μα πιότερο, έφερναν νερό κι' έκαναν ποτιστικούς τους ξερικούς
κάμπους και σαν αμοιβή έπαιρναν χρήματα, είδη, ή και το δέκατο της σοδειάς.
Ένας
απ' όλους έκανε το κουμάντο, κανόνιζε δουλειές, μοίραζε τις παρέες, έλεγχε τα
πάντα με μεγάλη σχολαστικότητα, έδινε κι έπαιρνε, έστελνε χρήματα στις φαμίλιες
τους, κι ανάλογα με τις ανάγκες, κρατούσε αρμονικά εργαζομένους και
νοικοκυραίους, τεχνίτες και παραγιούς. Στους κοινοτάρχες και στις κεφαλές των
χωριών που δούλευαν έδινε υπόσχεση και λόγο για την εντιμότητα και εργατικότητα
τις συντροφικής του ομάδας.
Ήταν
άνοιξη τέλος τ' Απρίλη, η Λαμπρή έπεφτε 2 Μάη, κείνες τις μέρες έφτασε στον
απάνω κάμπο της Στράνωμας ένα τέτοιο μπουλούκι με κουμανταδόρο τον ΔΗΜΗΤΡΗ
ΠΟΡΦΥΡΗ. Άραξαν στον Αϊ Γεώργη και βολεύτηκαν σε μια Νουλέικη Αχυροκαλύβα, που
την έκαναν έδρα τους, ξαμολήθηκαν σ' όλα τα σπίτια και τους γύρω συνοικισμούς,
για γάνωμα, σκάψιμο, ξεχέρσωμα, χτίσιμο, κι' ότι άλλο έβρισκαν αρκεί ν' έφερναν
μεροκάματο και να χόρταιναν την πείνα τους. Ανάσαναν οι χωριάτες και βολεύτηκαν
με τους νεοφερμένους, τα μεροκάματα τα πάτσιζαν με είδος, στάρι, καλαμπόκι,
τυρί, δέρματα. Όταν μαζεύονταν αρκετή πραμάτεια, τα φόρτωναν για το Θέρμο, απ'
όπου αγόραζαν τ' άλλα χρειαζούμενα.
Έσπειραν το καλαμπόκι και τέλειωνε ο θέρος,
λιγόστευαν οι δουλειές, ήταν και η κάψα του καλοκαιριού που μπαΐλιζε τον
κοσμάκη. Το καταμεσήμερο το Ηπειρώτικο μπουλούκι μαζεύονταν στο ρέμα του
κεφαλοβρυσού, όπου τα βαθύισκα πλατάνια, και το αρκετό νερό που ανάβλυζε κάτω
απ' τον θεόρατο βράχο, έκαναν υποφερτό το περιβάλλον για κολατσιό, και κάναν
υπνάκο, έφραξαν λίγο πιο κάτω απ' την πηγή κι έκαναν μια γούρνα που μάζευε το
νερό, για να πλένονται και να βουτούν τα ιδρωμένα τους κορμιά.
Τα τζιτζίκια έδιναν κι έπαιρναν σε μια
συναυλία ατέλειωτη, όλοι κοιμόντουσαν και μόνο ο Πορφύρης κι' οι συκοφάγοι
γύρναγαν πετώντας ανήσυχα. Εδώ και αρκετό καιρό είχε κατά νου ένα παράτολμο
σχέδιο, να κάνει τούτα τα χωράφια ποτιστικά πιο γόνιμα πιο καρπερά, να γεμίσει
ο κάμπος από κάθε λογής δέντρα. Να χορτάσει ο κοσμάκης ψωμί και φρούτα, τα ζώα τριφύλλι και σανό. Το 'πε
στο μπουλούκι του, τόβραν δύσκολο, κι ακατόρθωτο μα ήξεραν και τον σύντροφο
τους σαν τέλειο άνθρωπο κι ότι έβαζε στο μυαλό του ήταν εφικτό και πετυχημένο.
Την άλλη μέρα όλοι σκάρισαν, άνθρωποι-
εργατιά και ζωντανά. Ο Πορφύρης πήρε παραπόταμα τον δρόμο για τα διπόταμα κι
έφτασε λίγο πιο κάτω απ' του Γερακάρη, όπου κυλούσε τα νερά του το ποταμάκι
(Κότσαλος) ώσπου ν' ανταμώσει τον Φίδαρη στον μύτο Αρτοτίβας Δεσιούλας
Στρανωμίτικου καμπίσκου (στα Δυπόταμα). Αποβραδύς επέστρεψε στ' άπλα τ' Αγιωργιού,
με φως τ' αστέρια, και τα κλεφτοφάναρα, ανέλυσε το σχέδιό του στο μπουλούκι
του, -πιστέψτε με θα τα καταφέρουμε,- αρκεί και η άλλη πλευρά να το δεχθεί,
αύριο κιόλας θα ανταμώσουμε εδώ, να τα κουβεντιάσουμε με τους ντόπιους, και τις
κεφαλές που τους ορίζουν.
Την άλλη
μέρα ήταν Κυριακή, μετά το σκάρο χτύπησε η καμπάνα και το σήμαντρο, άρχισαν να
καταφτάνουν όσοι χωριανοί είχαν κτηματική περιουσία στον Απάνω Κάμπο, ο
Πρόεδρος, ο Δάσκαλος, ο Παπάς, κι όλες οι κεφαλές απ' τα τρανά τα
σόγια, χαιρετήθηκαν κι έκαναν παρέες ώσπου ναρθούν και οι πιο απόμακροι
συγχωριανοί, να ακούσουν και ν' αποφασίσουν για το αύριο του χωριού και των
συμφερόντων τους. Ο Πορφύρης ρώτησε αν περιμένουν άλλους, έγνεψαν αρνητικά,
οπότε χωρίς εισαγωγές, ανέβηκε σ' έναν μαντρότοιχο κι άρχισε. Τούτο το λίγο
καιρό που βρισκόμαστε στον τόπο σας μας είδατε και πιστεύω να μας
εμπιστευτήκατε, εμείς από μεριά μας είμαστε ευχαριστημένοι για την εν γένει
συνεργασία μας και προσφορά σας από την ανέχειά σας μας φιλέψατε, φτωχοί
άνθρωποι είστε και εσείς, γι' αυτό θέλουμε να σας προτείνουμε ένα μεγάλο έργο,
που και σε μας θα δώσει δουλειά για πολύ καιρό και σε σας πιο πολύ σοδειά, θ'
αλλάξει τον τόπο, θα σας φέρουμε νερό θα γίνουν τα χωράφια σας ποτιστικά κι από
ξεραΐλα που βλέπετε τώρα θα γίνει όαση πρασίνου και ζωής, θα μπορείτε να
καλλιεργείτε κηπευτικά, καλαμπόκι, τριφύλλια, να φυτεύετε όλα τα δέντρα,
κλήματα και ότι άλλο σεις θέλετε, το χώμα είναι παχύ και πλούσιο, με το νερό θα
γίνει από στέρφο και άγονο που 'ναι τώρα, σε γόνιμο και καρπερό και να πώς: Ο
Κότσαλος έχει νερό αρκετό, με δέσει λίγο πιο κάτω απ' τον Γερακάρη, έχει την
κλίση να φτάσει ως τα Μαυρονέρια.
Σιωπή και αμηχανία επικρατούε στο Στρανωμίτικο
ακροατήριο, ο δάσκαλος ο Κανανάτσας ξερόβηξε κι είπε, μπορεί να 'ναι όπως τα
λες μα δεν έχεις κάνει σωστούς υπολογισμούς, πες μωρέ Πορφύρη θα περάσεις το
νερό και πως θα γίνει αυλάκι ανάμεσα Διπόταμα κι' Απάνου Κάμπου, πως θα
περάσεις τον Κοκκινόβραχο πούναι κατακόρυφα κομμένος, κι' ούτε αλεπού δεν
μπορεί να τον διαβεί, πόσα γίδια δεν ξεγελάστηκαν και γκρεμοτσακίστηκαν απ'
αυτήν την γκρεμίλα, τι έχεις να απαντήσεις σ' αυτό;
Ξύνοντας το πλακουτσωτό κεφάλι του,
ατάραχος ο Πορφύρης πήρε ένα καλάμι, τόχωσε σ' ένα χωματένιο κατηφορικό πρόχωμα
και με τα χέρια του, έσπρωχνε το χώμα που από κατακόρυφο έγινε πλαγιαστό ώσπου
να φανεί το καλάμι στη θέση του έβαλε ένα άλλο καλάμι κομμένο στη μέση κι' απ'
το παγούρι του έριξε νερό που χύθηκε στην άλλη άκρη, λόγια θαυμασμού απ' τους
χωριάτες, ανάσα ικανοποίησης απ' τον Πορφύρη που συνέχισε.
Σε δύο το πολύ χρόνια θ' έχετε νερό στα
σπίτια σας κι' ο κάμπος θα είναι παράδεισος. Τώρα θα σας πω τους όρους μας,
σεις να το σκεφτείτε και την άλλη Κυριακή θέλω απάντηση.
Τα εύκολα
τμήματα που είναι να γίνει αυλάκι θα είναι δική σας δουλειά, ο Πρόεδρος και το
Συμβούλιο θα σας καθορίσει τα μέτρα που αντιστοιχούν στον καθένα σας, θέλετε να
τα κάνετε όλοι μαζί, θέλετε μεμονωμένα, εγώ θα σας επιβλέπω και θα χαράζω το
έργο απ' τα Μαυρονέρια, Παλιούργια έως τον Κοκκινόβραχο δικά σας. Απ' τον Κοκκινόβραχο
ως το Λόγγο στα Διπόταμα δικό σας τ' άλλα δικά μας. Σαν αμοιβή θέλουμε 50
δραχμές το μήνα όσο διαρκεί η εργασία του έργου, απ' τη στιγμή που θάρθει το
νερό και για (15) δέκα πέντε χρόνους θέλουμε το ένα δέκατο της σοδειάς που θα
παίρνετε απ' τα χωράφια που έγιναν ποτιστικά. Επίσης 100 οκάδες τυρί, 150
οκάδες φασόλια και 300 οκάδες αλεύρι το χρόνο όσο θα διαρκεί το έργο, και ότι
άλλο εσείς θέλετε να μας φιλεύετε.
Προβληματισμός κι αμηχανία κατέλαβε τους
παρευρισκόμενους, σκέψη και τόλμη, υπολογισμός μ' ανάκατο ενθουσιασμό και
καχυποψία, μωρέ τι λέει τούτος, εμείς τόσον καιρό εδώ ξέρουμε τον τόπο σπιθαμή
προς σπιθαμή και κοιμόμαστε, καλά λεν, ορεινό το χωριό κοφτερό το μυαλό, κι αν
τώρα, που μας άνοιξε τα μάτια, απορρίψουμε την πρόταση, και το κάνουμε μόνοι
μας, μα πάλι ποιος θ' αναλάβει μπροστάρης, εμείς δεν χωνεύουμε ο ένας τον άλλον
θ' αφήσουμε το κουμάντο στον πρώτο στον καλό, α μπά, θα σηκωθούν τα πόδια να
βαρέσουν το κεφάλι, να τους παζαρέψουμε για καλύτερους όρους, τι να κόψεις, και
τι ν' αφήσεις άστα καλύτερα έτσι, φτωχοί μεροκαματιάρηδες είναι κι αυτοί,
έχουμε μια εβδομάδα μπροστά μας βλέπουμε κι' αποφασίζουμε
Όλοι περίμεναν να περάσει τούτη η εβδομάδα
να δουν τι θα κάνουν, το μπουλούκι δεν είχε όρεξη για δουλειά, μόνο έπλεναν τα
ρούχα τους και μπάλωναν τα τσαρούχια τους τόριξαν και στο ψάρεμα και
πεταγόντουσαν στα γύρω χωριά.
Οι ντόπιοι εκτός απ' τις αναγκαίες ασχολίες
των ζωντανών τους και κάνα μερεμέτι στις καλύβες τους, δεν φρόντιζαν για τίποτα
άλλο. Κάθε βράδυ μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού στο πλατάνι, να πιούν κανά
ρακί και να αλλάξουν γνώμες οι Ζησιμοπουλαίοι, Αποστολοπουλαίοι, Κακανατσαίοι,
Μακρυγιαναίοι, Παναγοπουλαίοι, Νουλαίοι, Δημοπουλαίοι, Σπαρτιναίοι,
Μπουρπουλαίοι, Σωτηροπουλαίοι, Κατσανακαίοι, Γεωργακοπουλαίοι, Καραγιανναίοι,
τ' έψαχναν το πράγμα και το έφερναν απ' εδώ κι' απ' εκεί ώσπου πήραν απόφαση
ομόφωνα να δεχθούν χωρίς παραλλαγές τις προτάσεις του Πορφύρη, αναθέσαν στον
δάσκαλο τον Κακανάτσα να συντάξει τα συμφωνηθέντα.
Την
Κυριακή μετά το εκκλησίασμα τ' Αϊ Νικόλα πήραν τον κατήφορο για τ' αντάμωμα με
τους Ηπειρώτες. Έγινε μεγάλη σύναξη απ' το χωριό, απ' τον Κάτω Κάμπο, τα
Δυπόταμα. Ο Ζησιμόπουλος ανεγνωρισμένος, συνετός με κύρος παλιός άρχοντας με
προσφορές στον τόπο και στους χωριανούς ανέλαβε να κλείσει τη συμφωνία, έδωσαν
τα χέρια Πορφύρης και Ζησιμόπουλος, έψησαν και ένα σφάγιο, για να
επισημοποιηθεί το γεγονός, πήραν από ένα μεζέ και ήπιαν απ' ένα ποτήρι κι
έβαλαν τις υπογραφές τους σ' άγραφτο χαρτί, για νάχει χρόνο ο δάσκαλος να τα
φτιάσει με τάξη και σύνταξη.
Κι' άρχισε το έργο απ' όλες τις μεριές, με
πολύ όρεξη και όλως παραδόξως προχωρούσε πιο γρήγορα απ' ότι υπολόγιζαν, ήταν
τόσο ο ζήλος που πολλές φορές, δούλευαν ως αργά τα μεσάνυχτα και οι γυναίκες
βοήθαγαν κι' ενθάρρυναν τους δικούς τους. Οι Ηπειρώτες άνοιξαν λαγούμι τρία
μέτρα (Πι) μέσα στον Κοκκινόβραχο, οι μισοί έσκαβαν και πέταγαν το χώμα απ' το
τούνελ, οι άλλοι δεμένοι με τριχιές έσκαβαν απ' την κορυφή προς τα κάτω ώσπου
ν' ανταμώσουν το λαγούμι, να λοξέψη ο βράχος να στεργιώσει τ' αυλάκι, και να
προεξέχει, δρομίσκος απ' έξω για την σταθερότητα και επιτήρηση τ' αύλακα.
Ήρθαν τα πρωτοβρόχια, και η δουλειά στον
Κοκκινόβραχο σταμάτησε, ήταν επικίνδυνο ν' αποκοπεί ο βράχος και να
καταπλακώσει τους εκεί εργαζομένους, μεταφέρθηκαν για την διάνοιξη του αύλακα
απ' τα Δυπόταμα διαμέσου του δάσους ως τη δέση τα' αυλακιού, μπροστά κόβανε τα
δέντρα και τους θάμνους, πίσω ακολουθούσε το σκάψιμο κι η διάνοιξη. Έβγαινε το
Φθινόπωρο, κι άρχισε ο χειμώνας, σταμάτησε κάθε δουλειά και σχόλη, βρήκε χρόνο
ο Πορφύρης, πήγε στα Κακανατσέϊκα για να πάρει εγγράφως το συμφωνηθέν, ήπιαν
καφέ στο κατώι και κολάτσισαν, έπιασαν κουβέντα για όλα, ρώτησε ο δάσκαλος τι
οικογένεια έχει ο μάστορας και πως τα φέρνει βόλτα, τι να σου πω δάσκαλε,
δύσκολα εδώ πιο ζόρικα, εκεί φτώχια και σκλαβιά, διπλό το κακό, έχω επτά
στόματα να θρέψω, μικρά τα' αφήνω μεγάλα τα βρίσκω, λέω μπας και δω λεύτερο το
χωριό μου και μήπως βελτιώσω τα οικονομικά μου, αγωνίζομαι έξω, μα ήρωας είναι
η γυναίκα μου, όπως και όλες οι γυναίκες, δουλειά και μάνα τη μέρα, γυναίκα
& αγαπητικιά τη νύχτα, άστα μούρχεται να κλάψω σαν έρχονται στο νου μου. Φερ'
το χαρτί να ροβολίσω για τον Αη Γεώργη.
Ο δάσκαλος
πήγε στο Ανώγη, άνοιξε το μπαούλο πήρε και τα δύο συμφωνητικά και δεν ήξερε τι
να κάνει να γράψει το 15 όπως είχαν συμφωνήσει με την κανονική μελάνι ή να
συμπληρώσει το ένα στον αριθμό πέντε και την λέξη δέκα πίσω απ' την λέξη πέντε
με την άλλη μελάνι που χάνεται (εξαφανίζεται). Μετά μια εβδομάδα όπως είχαν
τότε κουβεντιάσει και του υπόδειξε ο ΓεωργοΝούλας, με την σύμφωνη γνώμη και των
υπολοίπων χωριανών...
Σαν έκλεισε η συμφωνία για το έργο, κι όλοι
πήγαν στα σπίτια τους και στις δουλειές τους, ο ΓεωργοΝούλας πούχε σπίτι λίγο
πιο κάτω απ' τον Αϊ Γεώργη, αυτό που σήμερα ανήκει στον Αχιλεφοθόδωρο, έσπαγε
το κεφάλι του πώς να ρίξει τους Ηπειρώτες και να βελτιώσει υπέρ των χωριανών
του τη συμφωνία. Πήγε σ' έναν σταυραδερφό του στη Φαμήλα, που ήξερε απ' όλα,
γιατρικά, μαντζούνια, φίλτρα, μάγια, έφτιαχνε σπασμένα χέρια, πόδια έκοβε την
χρυσή ως και τον διάβολο έδενε, Σίνη τον έλεγαν, ψιλός, λιγνός με μύτη
σουβλερή, ολημερίς γύρναγε στις ρεματιές και τα ξημερώματα τον έβρισκες στις
Κοντοραχούλες. Τούπε την σκέψη του και τον προβληματισμό του και όλα τα
καθέκαστα, όταν δε του ανέφερε ότι υπέγραψαν σε άδειο χαρτί ώσπου να συνταχθεί
η συμφωνία, πήγε και τούφερε ένα βάζο με μια μελάνι φτιαγμένη από παπαρούνα και
αλεποπορδή, που έχει το ιδίωμα να χάνεται σε μια βδομάδα, τούδωσε και ένα άλλο
βάζο με κανονική μελάνι του ίδιου χρώματος, πες το στο δάσκαλο και ξέρει τι θα
κάνει τούπε.
Έκαναν μυστική σύναξη και τ' αποφάσισαν να
ρίξουν τους Ηπειρώτες. Κανα δύο φωνές ακούστηκαν, όχι ρε αδέρφια είναι άδικο,
τι ψυχή θα παραδώσουμε, φτωχοί άνθρωποι είναι κι' αυτοί, το κρίμα στο λαιμό σας
πετάχτηκε ο Γεωργό Νούλας, ου να μου χαθείτε λιποψύχιδες, που τους ξέρουμε, που
τους είδαμε, αύριο θα ξεκουμπιστούν σ' άλλα μέρη καλά είναι να παίρνουν το ένα
δέκατο της σοδειάς μας για πέντε χρόνια, αν εσάς σας έπιασε ο πόνος να τους τα
στέλνετε και άλλα δέκα, εμένα, όπως και στους περισσότερους δεν μας φτάνουν για
τις φαμελιές μας, όχι να τα χαρίζουμε, μα δώσαμε λόγο, φοράμε παντελόνια, τι θα
πούμε όταν μας πουν γιατί;
Πείτε τους
ότι τα παντελόνια μας είναι τρύπια και με πολλά μπαλώματα κι' ότι χέστηκε η
φοράδα στ' αλώνι και πάει η σοδειά, αφήστε όταν έλθει η ώρα θα τα κανονίσω εγώ,
τέλειωσε - τέλειωσε, εντάξει, κι' έσκασε ένα γέλιο υποχθόνιο.
Με
τρεμάμενο χέρι ο δάσκαλος συμπλήρωσε με την ψευτομελάνι τον αριθμό 1 ένα και τη
λέξη 10 δέκα λέγοντας το κρίμα στο λαιμό σου Γιώργο Νούλα, το ένα
τόδωσε στον Πορφύρη τ' άλλο το πήγε στον Πρόεδρο του χωριού.
Σαν γλύκανε ο καιρός ξανάρχισαν τα έργα, όλα
πήγαιναν καλά κόντευαν να τελειώσουν οι Ηπειρώτες τ' αυλάκι προς τη δέση, όπου
τους έτυχε μπροστά τους εμπόδιο ένα τεράστιο λιθάρι, συμπαγή κοτρόνα που δεν
μπορούσαν να βάλουν χέρι, στεναχωρήθηκαν μαστόροι και παραγυιοί, τόπαν στον
Πορφύρη και μετά έναν επιτόπιο έλεγχο τους είπε θέλω άλλους δύο ακόμα απ' εσάς,
οι άλλοι διαβείτε τον βράχο και συνεχείστε, ώσπου να φτάσετε εσείς στη δέση θα
τρυπήσω κι' εγώ το λθαρ.
Μάζεψαν ξύλα αρίσια, κοντοκομμένα κι' αφού
άνοιξαν μια μικρή τρύπα στην πέτρα έβαλαν φωτιά στα κούτσουρα και τα
διατηρούσαν αναμμένα μέρα νύχτα, πείσμωσε η πέτρα κι' αντιστεκόταν, μα η φωτιά
και η θερμοκρασία της έτρωγε τα σωθικά, με το καλέμι και τα σουβλιά της
τρύπαγαν την καρδιά και η τρύπα όλο και μεγάλωνε σε ύψος και σε πλάτος, έκαναν
δώδεκα μέρες ν' ανοίξουν πέρασμα απ' την μια μεριά στην άλλη, κι' όταν το
κατάφεραν φώναζαν τρύπιο λιθάρι, έτσι εξακολουθούν να το λεν ως τώρα εκείνο το
βράχο.
Ανήμερα τ'
Αι Γεωργιού τελείωσαν το τμήμα Δυπόταμα Δεση, σύνδεση με το ποτάμι, έμεινε μόνο
ένα μικρό το μέρος του Κοκκινόβραχου προς τα Δυπόταμα κι ήρθε το κακό. Ο
Πορφύρης έβαλε πυρετό κι είχε θέρμες, είπαν πως τον έφαγε το τρύπιο λιθάρι,
φωτιά απ' τη μια, πούντα κι' υγρασία απ' την άλλη τον πρόδωσαν τα πνευμόνια του, άρχισε
να παραμιλάει ακαταλαβίστικα πράγματα, είχε αδυνατίσει τόσο, που μόνο κόκκαλα
και ψυχή είχαν μείνει στο κουφάρι του, πύρωναν άμμο και έβαζαν κεραμίδι, μα όλα
εις μάτην, πεταγόταν επάνω κι' έλεγε -ήρθε μωρέ το νερό, ν' αφήσω την ψυχή μου-
κι όσο έπαιρνε αρνητική απάντηση, έτριζε τα δόντια του κι' έβγαζε απανωτά
βογγητά.
Ένας απ' το τσούρμο του ήταν και ξάδερφος του,
είπε στους υποδέλοιπους, - ρε σεις τι τον αφήνουμε να παιδεύεται ο άνθρωπος ας
βάλουμε το νερό απ' την γούρνα του Κεφαλόβρυσου να τρέξει στ' αυλάκι ως τον Αϊ
Γεώργη, να τα' ακούσει και να βρέξει το χεράκι του ο καημένος ο Μήτσος μπας κι'
αναπαυθεί η ψυχούλα του, έτσι κι' έγινε, άφησαν να γεμίσει η γούρνα πάνω, πάνω
κι' αμόλυσαν το νερό να τρέξει, η δύναμη της ροής κάλυψε τα (400) μέτρα ως τον
Αϊ Γεώργη, σε ένα πεντάλεπτο άκουσε ο Πορφύρης τη ροή (τσιούρμα) του νερού,
έβρεξε το χεράκι κι' ένιψε το κούτελο του κι έφυγε η ψυχούλα του ψηλά πολύ ψηλά
και πήρε δρόμο Δυτικά κατά την Λάκκα Σούλι, κει που ήταν όλα του γνώριμα και
δικά του, τον καρτέραγε η μάνα του να τον οδηγήσει στον Αχέροντα κι' απ' την
Αχερουσία Λίμνη να διαβεί τις πύλες του Άδη ώσπου ν' αναπαυθεί στα Ιλίσια πεδία
ανάμεσα στους ήρωες και τους δίκαιους.
Το άψυχο σώμα έμεινε στον απάνω κάμπο στο
προαύλιο τ' Αγίου Γεωργίου, νεκρόσημα χτύπαγε η καμπάνα κι' ευλαβικά τον θάψανε
δικοί του και Στραμωνίτες, ένας ξύλινος σταυρός έγραφε τ' ονομά του, κι' ένα
μικρό εικονοστάσι, ανηγέρθηκε με την εικόνα τ' Αϊ Δημητρίου πάνω απ' το μνήμα
του, να μαρτυρεί πως ο Μάστρο Μήτσος πέθανε και θάφτηκε πριν ακόμη δει, τ' έργο
του ολοκληρωμένο.
Με βαριά καρδιά οι άνθρωποί του συνέχισαν
την αποπεράτωση τ' αύλακα, τώρα ήταν τα επί μέρους προβλήματα. Έκαναν δεύτερο
μαντρότοιχο στο ρέμα του Κεφαλόβρυσου κι ύψωσαν τα στρατώνια του Κοκκινόβραχου.
Ήταν 23 Αυγούστου όταν έβαλαν το νερό στ' αυλάκι, έξη κόφτρες με γάργαρο νερό,
γέμισε τον αύλακα απ' τη δέση ως τα Μαυρονάρια κι' όταν το νερό περνούσε κατά
μήκος τα' αυλακιού βγήκαν όλοι οι Κάτω Στρανωμίτες, πετώντας απ' την χαρά τους
και τσαλαβουτούσαν αγκαλιασμένοι αλαλάζοντας ήρθε ορ' αδέρφια το νερό
χοροπηδώντας έκραξαν στη γη στο χώμα πιές μωρέ, χόρτασε ήρθε η ζωή με το νερό
για μια καλύτερη μέρα για μας.
Το
Ηπειρώτικο μπουλούκι μάζευε τα πράγματά του για τον Κάτω Πλάτανο για ν' αναλάβει
ένα παρόμοιο έργο μια και τους κάλεσαν να κάνουν και την Βονόρτα ποτιστική. Όταν
όμως πήγαν να πάρουν το 1/10 το ένα δέκατο τον έκτο χρόνο, τους αποπήραν και
τους έδιωξαν, μάταια διαμαρτυρήθηκαν κι' επέμεναν τι είχαν πει μπροστά στον Αϊ
Γιώργη για (15) δέκα πέντε χρόνια.- Δεν ξέρω εσείς τι λέτε, τα χαρτιά που
υπογράψατε λένε για 5 χρόνια πολλά πήρατε και μην διαδίδετε το αντίθετο γιατί
θα πάτε κατηγορούμενοι και θ' απελαθείτε.-
Το άδικο όμως βάραινε κατοίκους και χωριό,
χώρια που οι αδικημένοι τους καταράστηκαν σ' άγνωστο μοναστήρι. - Όσοι
τους αδίκησαν μην δουν ποτέ τους προκοπή, αγάπη να μην υπάρχει σ' αυτό το
χωριό, αδερφός να βγάζει το μάτι τ' αδερφού, κι ο πρώτος που δεν κράτησε το
λόγο του κι' αυτός που σοφίστηκε την ψεύτικη μελάνι να χαθεί το σόι τους σ'
οκτώ γενιές κι ο κάμπος πάλι ξερικός κι' άγονος να γένει.
Ίσως πολλά απ' την κατάρα ν' εκπληρώθηκαν, ο
κάμπος κατάντησε ξερικός, παρ' όλες τις υποσχέσεις που δόθηκαν απ' τους
εκάστοτε υποψηφίους Δημάρχους του νυν ΔΗΜΟΥ ΠΥΛΛΗΝΗΣ για ένταξη του έργου σε
κάποιο πρόγραμμα.
Υ
.Γ. Φίλε διαβάτη - αν βρεθείς στον απάνω κάμπο της Στράνωμας, στο προαύλιο τ'
αϊ Γεωργίου υπάρχει το εικόνισμα τα Αϊ Δημητρίου, άναψε ένα κεράκι για την ψυχή
όλων όσων μόχθησαν και πόνεσαν γι' αυτόν τον τόπο ...
Τούτο
το αυλάκι που έρεε
χαρά
κι ευτυχία
τ'
αφήσανε ν' ερημωθεί
απ'
αδιαφορία.
Στην
οικογένεια μου Κων/νος Λιώνας του Λάμπρου
Αθήνα
20.5.05
ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
- Ανώνυμος9 Ιουνίου 2015 - 5:26 π.μ.Πολυ συγκινητική ιστορία, την έχω ακούσει κι εγώ από τη γιαγιά μου. Ο Σίνης ήταν από το Καστράκι και όχι από τη Φαμήλα!!! Ηταν παππούς ή αδελφός του παππού του παπαΣίνη με τα πολλά κορίτσια!!! Ηταν και γνωστός μάγος. Είχε τη ΣΟΛΩΜΟΝΙΚΗ και μάζευε τους διαβόλους!!! Είχε άσχημο τέλος....σαν όλες τις μάγισσες ...ΑπάντησηΔιαγραφή
Ανώνυμος9 Ιουνίου 2015 - 5:33 π.μ.Αυτή η μελάνη που εξατμίζεται γίνεται από ένα μανιτάρι που λέγεται ΛΥΚΟΠΕΡΔΟ, ή ΑΛΕΚΑΤΗ, ή ΛΑΓΟΜΑΝΑ ή ΛΑΟΡΧΙ ή ΛΥΚΟΠΟΡΔΗ!!!!! Συνήθως αναπτύσσονται σε ξερά [νεκρά] ξύλα!!!!ΑπάντησηΔιαγραφή
ΡΙΤΣΑ
Ανώνυμος9 Ιουνίου 2015 - 5:41 π.μ.ΝΑΙ, Την ξέρω αυτή την αληθινή ιστορία. Μάλιστα οι απατημένοι πήγαν στο εκκλησάκι που λέγεται ΓΕΡΑΚ:ΑΡΗ και με ένα συγγενή παππά ΑΦΟΡΙΣΑΝ τους απατεώνες...Μακάρι όλο το χωριό ΝΑ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΕΙ! Εύκολο είναι. Πρώτον να κάνουν ειδικό τύμβο κοντα στον Αη Γιώργη προς τιμήν του αδικοχαμένου και απατημένου ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΡΦΥΡΗ. Να καλέσουν Μητροπολίτρη και να κάνουν ότι απαιτείται να λυθεί ο αφορισμός. Φυσικά να κάνουν μνημόσυνο σε όλους τους τότε εργάτες!ΑπάντησηΔιαγραφή
ΕΝΑΣ ΣΤΡΑΝΩΜΙΤΗΣ
Ανώνυμος9 Ιουνίου 2015 - 11:49 μ.μ.Τι ωραία ιστορία... Όπως πάντα πολυ μπροστά ο πρόεδρος..Να σαι καλά Γιάννη μου.. Γραψε και άλλα...ΑπάντησηΔιαγραφή















